Βακχιάς

Βακχ-ιάς, άδος, , poet. fem. of
A

Βάκχειος, ὀπώρη AP6.72

(Agath.), Nonn.12.296, al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βακχιάς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βακχίας — Βακχίᾱς , Βάκχιος of fem acc pl Βακχίᾱς , Βάκχιος of fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχίας — βακχίᾱς , Βάκχειος of fem acc pl βακχίᾱς , Βάκχειος of fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχιάδας — Βακχιάς fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχιάδες — Βακχιάς fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχιάδεσσιν — Βακχιάς fem dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχιάδι — Βακχιάς fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχιάδος — Βακχιάς fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακχιάδων — Βακχιάς fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.